Δημοσιεύσεις

Ερευνητικές μονογραφίες


1.
Διάκου Α. Βελτιστοποίηση της τεχνικής RAPD-PCR (random amplified polymorphic DNA-PCR) και εφαρμογή της στη μελέτη απομονώσεων Leishmania του σκύλου στην Ελλάδα. Διδακτορική Διατριβή, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, 2000.


Η αναζήτηση της γενετικής ταυτότητας της
Leishmania, όπως και όλων των παθογόνων μικροοργανισμών, με τη χρησιμοποίηση εξελιγμένων μοριακών τεχνικών, είναι το πιο σύγχρονο μέσο για την επιδημιολογική τους μελέτη, καθώς και την πρόληψη και τη θεραπεία των νοσημάτων που προκαλούν. Στόχος αυτής της έρευνας ήταν η ταυτοποίηση του είδους Leishmania του σκύλου στην Ελλάδα, καθώς και η αναζήτηση γενετικού πολυμορφισμού εντός είδους, με την τεχνική της τυχαίας ενίσχυσης πολυμορφικού DNA (RAPD, random amplified polymorphic DNA).

Για το σκοπό αυτό, αρχικά ακολουθήθηκε η διαδικασία της βελτιστοποίησης της τεχνικής, κατά την οποία εξετάστηκαν διάφοροι παράγοντες που επηρεάζουν τα αποτελέσματα της RAPD, όπως είναι: α) η συγκέντρωση των συστατικών της αντίδρασης (εκκινητής, DNA-μήτρα, Mg2+, dNTPs), β) το είδος της πολυμεράσης (Taq, VentR (exo-)®, JumpStart Taq®, Dynazyme EXT®), γ) τα στάδια του θερμικού πρωτοκόλλου (πρωτόκολλο για μεγάλα προϊόντα ή μη), και δ) η παρουσία στα συστατικά της αντίδρασης προσθετικού παράγοντα (βεταΐνη, DMSO). Με την εφαρμογή θερμικού πρωτοκόλλου για μεγάλα προϊόντα, την προσθήκη 1 Μ βεταΐνης στα συστατικά της αντίδρασης και τη χρησιμοποίηση της πολυμεράσης Dynazyme EXT (μίγμα της πολυμεράσης Dynazyme II και μιας εξωνουκλεάσης), αυξήθηκε η πολυπλοκότητα του προτύπου ζωνών των προϊόντων της RAPD και επιτεύχθηκε η ανάδειξη του γενετικού πολυμορφισμού μεταξύ των ελληνικών απομονώσεων του παρασίτου. Το αποτέλεσμα αυτό, δεν ήταν εφικτό πριν τη βελτιστοποίηση της τεχνικής, με τη χρησιμοποίηση δηλαδή, των συνηθισμένων για την τεχνική αυτή πρωτοκόλλων και αντιδραστηρίων. Στην εργασία αυτή, εφαρμόζεται για πρώτη φορά με επιτυχία πρωτόκολλο για παραγωγή μεγάλων προϊόντων στην τεχνική RAPD, που επέφερε τουλάχιστον διπλασιασμό του αριθμού των προϊόντων σε σύγκριση με τα αποτελέσματα της συνήθους τεχνικής. Με τη βελτιστοποιημένη RAPD, μελετήθηκαν 35 απομονώσεις του παρασίτου από μολυσμένους σκύλους, που απομονώθηκαν από πολφό λεμφογαγγλίου και καλλιεργήθηκαν στο καλλιεργητικό μέσο Leibowitz 15 (L15). Ταυτόχρονα με τις 35 ελληνικές απομονώσεις μελετήθηκαν και 4 στελέχη αναφοράς από τα είδη του παρασίτου που έχουν αναφερθεί στις μεσογειακές χώρες (L. major, L. donovani, L. tropica, L. infantum). Από τους 29 τυχαίους εκκινητές που δοκιμάστηκαν, επιλέχθηκαν οι 9 για τη μελέτη των απομονώσεων, με κριτήριο την παραγωγή σύνθετων προτύπων ζωνών και επαναλήψιμων προϊόντων. Τα τέσσερα στελέχη αναφοράς έδωσαν, διαφορετικά μεταξύ τους, πρότυπα ζωνών και με τους 9 εκκινητές και έτσι, διαχωρίστηκαν σαφώς τα 4 είδη Leishmania μεταξύ τους, ενώ παράλληλα όλες οι ελληνικές απομονώσεις ταυτοποιήθηκαν ως L. infantum. Επίσης, με 5 από τους 9 εκκινητές, εμφανίστηκαν διαφορές σε ορισμένες ζώνες μεταξύ των ελληνικών απομονώσεων, γεγονός που καταδεικνύει την ύπαρξη γενετικού πολυμορφισμού εντός είδους. Η στατιστική επεξεργασία των αποτελεσμάτων έγινε με τη μέθοδο της "μέγιστης φειδωλότητας" και τη μέθοδο των "αστάθμιστων ζευγών" (UPGMA), βάσει του συντελεστή Dice (πρόγραμμα RAPDistance), του φυλογενετικού λογισμικού προγράμματος PHYLIP 3.5. Για τα δενδρογράμματα που προέκυψαν με τις δύο μεθόδους, χρησιμοποιήθηκε η μέθοδος bootstrap. Στην παρούσα εργασία εφαρμόζεται για πρώτη φορά στη χώρα μας η τεχνική RAPD στη μελέτη παρασίτων και ειδικότερα στην ταυτοποίηση του είδους Leishmania που προσβάλλει το σκύλο και επιπλέον, διαπιστώνεται η ύπαρξη γενετικών διαφοροποιήσεων μέσα στο είδος L. infantum. Αυτές οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των ελληνικών απομονώσεων ενδέχεται να συνδέονται με συγκεκριμένες βιολογικές ιδιότητες των παρασίτων. Γι' αυτόν το λόγο, η βιολογική σημασία του γενετικού πολυμορφισμού, που διαπιστώθηκε, είναι ζήτημα που πρέπει να διερευνηθεί στο μέλλον, σε σχέση με τον μεταδότη, την κλινική μορφή του νοσήματος, την ανάπτυξη αντοχής του παρασίτου στα φάρμακα, τον ρόλο του σκύλου ως αποθήκη του παρασίτου στη φύση κ.ά.
1α. Diakou A., Dovas C. I. Optimization of random amplified polymorphic DNA producing amplicons up to 8.500 bp and revealing intraspecies polymorphism in Leishmania infantum isolates. Analytical Biochemistry 2001, 288:195-200. Η εργασία αυτή αποτελεί μέρος της διδακτορικής μου διατριβής.

Βιβλία/Σημειώσεις


2.
Σ.Θ. Χαραλαμπίδης, Α. Ν. Διάκου. Εργαστηριακή διάγνωση των παρασιτικών νοσημάτων των ζώων. University Studio Press, Θεσσαλονίκη (2001).


Στο βιβλίο αυτό, συνέγραψα τα κεφάλαια που αφορούν: α) τη μελέτη του γονιδιώματος των παρασίτων, β) τις δοκιμασίες ανοσοδιαγνωστικής των παρασιτώσεων, γ) τις τεχνικές για την καλλιέργεια των
Leishmania spp., και δ) τις τεχνικές για την παρασιτολογική εξέταση των βιολογικών υλικών (κόπρανα, αίμα κ.ά.). To βιβλίο αυτό έχει εγκριθεί ως διδακτικό και μοιράζετε στους φοιτητές της Κτηνιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.



3. Χαραλαμπίδης Σ., Φρύδας Σ., Παπαζαχαριάδου Μ., Παπαδόπουλος Η., Διάκου Α. Παρασιτικά Νοσήματα των κατοικίδιων ζώων: Νηματωδώσεις Μηρυκαστικών. Σημειώσεις, Τμήμα Εκδόσεων, Πανεπιστημιακό Τυπογραφείο Α.Π.Θ.

Στις διδακτικές αυτές σημειώσεις που διανέμονται στους φοιτητές του 7ου εξαμήνου (κύκλος 6ΙΙ) από το 2001 (Γ.Σ. 3ου Τομέα 11/7-6-2001) και καλύπτουν τις ανάγκες του μαθήματος των Παρασιτικών Νοσημάτων, συνέγραψα το κεφάλαιο «Νηματωδώσεις των Μηρυκαστικών». Στις 29 σελίδες του κεφαλαίου αυτού περιγράφονται η αιτιολογία, η επιζωοτιολογία, η παθογένεια τα συμπτώματα, οι αλλοιώσεις, η πρόληψη και η θεραπεία των σημαντικότερων νηματωδώσεων των μηρυκαστικών στη χώρα μας.


4. Χαραλαμπίδης Σ., Φρύδας Σ., Παπαζαχαριάδου Μ., Παπαδόπουλος Η., Διάκου Α. Κτηνιατρική Παρασιτολογία: Νηματώδη, Ακανθοκέφαλα, Αννελίδες. Σημειώσεις, Τμήμα Εκδόσεων, Πανεπιστημιακό Τυπογραφείο Α.Π.Θ.
Στις διδακτικές αυτές σημειώσεις που διανέμονται στους φοιτητές του 4ου εξαμήνου (κύκλος 6Ι) από το 2008 (Γ.Σ. 3ου Τομέα 13/3/2008) και καλύπτουν τις ανάγκες του μαθήματος της Παρασιτολογίας, συνέγραψα το κεφάλαιο «Νηματώδη*, Ακανθοκέφαλα, Αννελίδες» (* τμήμα της διδακτέας ύλης των νηματωδών παρασίτων). Στις 38 σελίδες του κεφαλαίου αυτού αναφέρονται οι ξενιστές, η γεωγραφική εξάπλωση, η εντόπιση, η μορφολογία και ο βιολογικός κύκλος των παρασίτων.

Ερευνητικές εργασίες

5. Διάκου Α. Ο Angiostrongylus vasorum και η αγγειοστρογγύλωση στην Ελλάδα. Δελτίον Ελληνικής Κτηνιατρικής Εταιρίας, 1995, 46:51-56.

Με την ευκαιρία της ανεύρεσης του Angiostrongylus vasorum στο σκύλο (προνύμφη α' σταδίου στα κόπρανα), που αναφέρεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, στην εργασία αυτή περιγράφεται ο βιολογικός κύκλος και η παθογόνος δράση του παρασίτου, καθώς και οι αλλοιώσεις, τα συμπτώματα και η θεραπευτική αγωγή που ακολουθείται στην αγγειοστρογγύλωση του σκύλου.

6. Διάκου Α. Παράσιτα του πεπτικού και του αναπνευστικού συστήματος των θηλαστικών και των πτηνών του Ζωολογικού Κήπου Θεσσαλονίκης. Anima, 1996, 4:40-50.

Στην εργασία αυτή έγιναν τρεις επαναλαμβανόμενες παρασιτολογικές εξετάσεις κοπράνων (μία εξέταση κάθε μήνα, για 3 μήνες), ξεχωριστά σε κάθε είδος ζώου του Ζωολογικού Κήπου Θεσσαλονίκης (21 είδη ζώων). Τα δείγματα κοπράνων εξετάστηκαν με τις μεθόδους Faust, Teleman και Ziehl-Nielsen (συνολικά εξετάστηκαν τουλάχιστον 497 παρασκευάσματα). Σε δεκαοκτώ από τα εικοσιένα είδη ζώων βρέθηκαν ένα ή περισσότερα είδη παρασίτων: α) στις αλεπούδες, αυγά Toxocara canis, Uncinaria spp., Trichuris spp. και ωοκύστεις Cryptosporidium spp., β) στους λύκους, ωοκύστεις Isospora spp. και Cryptosporidium spp., γ) στο βιζόν, ωοκύστεις Ιsospora spp. και Cryptosporidium spp., δ) στους όνους, αυγά Anoplocephala spp., Trichostrongylus axei, Strongylus equinus, S. vulgaris, "μικρών στρογγύλων", Parascaris equorum, Trichuris spp., ωοκύστεις Eimeria spp. και Cryptosporidium spp., ε) στα πλατώνια, αυγά στρογγυλοειδών και ωοκύστεις Eimeria spp., στ) στο ελάφι, αυγά στρογγυλοειδών, ζ) στα ζαρκάδια, αυγά Neoascaris vitulorum, στρογγυλοειδών, Trichuris spp., προνύμφες Cystocaulus spp., ωοκύστεις Cryptosporidium spp. και Eimeria spp., η) στους κρητικούς αίγαγρους, αυγά στρογγυλοειδών, προνύμφες Cystocaulus spp., κυστική μορφή Entamoeba spp. και ωοκύστεις Eimeria spp., θ) στα πρόβατα, αυγά στρογγυλοειδών, Trichostrongylus spp., Nematodirus spp., Neoascaris vitulorum, Moniezia spp. και ωοκύστεις Eimeria spp., ι) στους κονίκλους, αυγά στρογγυλοειδών και ωοκύστεις Εimeria spp., ια) στους μυοκάστορες, αυγά ασκαρίδων, στρογγυλοειδών, Trichuris spp., Hymenolepis spp., ωοκύστεις Eimeria spp. και Isospora spp., ιβ) στα υδρόβια πτηνά, αυγά Ascaridia spp.,ιγ) στις μελεαγρίδες, αυγά Capillaria spp., Ascaridia spp., ωοκύστεις Eimeria spp. και Isospora spp., ιδ) στις ποντικοβαρβακίνες και τις αετοβαρβακίνες, αυγά Capillaria spp., στρογγυλοειδών και ωοκύστεις Eimeria spp., και ιζ) στον κίρκο, αυγά Capillaria spp. Δεν βρέθηκαν αναπαραγωγικά στοιχεία παρασίτων στην αγριόγατα, στις αρκούδες και στο βύα το γνήσιο. Στη συζήτηση αναφέρονται δεδομένα από παρόμοιες έρευνες σε ζωολογικούς κήπους του εξωτερικού και από επιζωοτιολογικές έρευνες σε ελεύθερα άγρια ζώα και σχολιάζονται τα ευρήματα της έρευνας, σε σχέση με τον τρόπο διαβίωσης του κάθε είδους ζώου στο Ζωολογικό Κήπο Θεσσαλονίκης. Σημειώνεται, ότι στην έρευνα αυτή βρέθηκαν, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, στην αλεπού, το λύκο, το βιζόν και το ζαρκάδι, ωοκύστεις του γένους Cryptosporidium.
Η εργασία αυτή ανακοινώθηκε στο 6ο Πανελλήνιο Κτηνιατρικό Συνέδριο, Αθήνα, 25-28 Νοεμβρίου 1993.

7. Διάκου Α. Σαρκοκυστίωση. Πρώτη αναφορά Sarcocystis spp. στον άνθρωπο στην Ελλάδα. Δελτίον Ελληνικής Μικροβιολογικής Εταιρίας, 1997, 42(2):239-242.

Στην εργασία αυτή, αναφέρεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα η ανεύρεση σποροκύστεων Sarcocystis spp. στον άνθρωπο και περιγράφεται ο βιολογικός κύκλος και η παθογόνος δράση του παρασίτου, καθώς και τα συμπτώματα, οι διαγνωστικές μέθοδοι και ο τρόπος πρόληψης της εντερικής και της μυϊκής σαρκοκυστίωσης του ανθρώπου.

8. Διάκου Α. Επιζωοτιολογική μελέτη των παρασίτων του σκύλου με αιματολογικές και ορολογικές εξετάσεις. ΑΝΙΜΑ, 2000, 8:9-15.

Εξετάστηκαν δείγματα αίματος από 150 σκύλους, που προσκομίσθηκαν στην Κλινική Παθολογίας του Τμήματος Κτηνιατρικής του Α.Π.Θ., με: α) χρωματισμό επιχρισμάτων με
Giemsa, β) την τροποποιημένη μέθοδο Knott, και γ) την ανοσοενζυμική δοκιμασία ELISA. Στις εξετάσεις αυτές βρέθηκαν αντίστοιχα: α) τα πρωτόζωα Babesia canis σε 5 (3,3%) ζώα, Hepatozoon canis σε 2 (1,3%) και Leishmania infantum σε 1 ζώο (0,6%), β) οι μικροφιλάριες Dirofilaria repens σε 27 (18%) ζώα, D.immitis σε 16 (10,6%) και Dipetalonema reconditum σε 13 (8,6%) ζώα, και γ) ειδικές ανοσοσφαιρίνες (IgG) κατά της Toxocara canis σε 115 (76,6%) ζώα, του Toxoplasma gondii σε 51 (34%) και της Leishmania infantum σε 32 (21%) ζώα. Η στατιστική επεξεργασία των αποτελεσμάτων έγινε με τη μέθοδο x2-test και βρέθηκε ότι η συχνότητα μόλυνσης των ζώων με τα παράσιτα Toxocara canis, Leishmania infantum και Toxoplasma gondii είναι ανεξάρτητη από την ηλικία και τον χώρο διαβίωσής τους. Στη συζήτηση, σχολιάζονται τα αποτελέσματα της έρευνας και αναφέρονται επιζωοτιολογικά στοιχεία των παρασιτικών νοσημάτων του σκύλου στη χώρα μας.


9. Παπαδόπουλος Η., Διάκου Α. Argulus japonicus (Crustacea, Branchiura): η ''ψείρα" των ψαριών ενυδρείου. ΑΝΙΜΑ 2000, 8:9-13.

Στην παρούσα εργασία αναφέρεται για πρώτη φορά στη χώρα μας, η ανεύρεση του A. japonicus σε χρυσόψαρα ενυδρείου και με την ευκαιρία αυτή, αναφέρονται επιζωοτιολογικά στοιχεία, περιγράφεται ο βιολογικός κύκλος και η παθογόνος δράση του παρασίτου, καθώς και οι τρόποι θεραπείας και πρόληψης του νοσήματος που προκαλεί.

10. Papazoglou LG, Plevraki K, Diakou A. Rhinitis due to Pneumonysoides caninum in a dog. Australian Veterinary Practitioner 2000, 30:79-82.

Στην εργασία αυτή παρουσιάζεται περιστατικό χρόνιας ρινίτιδας σε σκύλο, που οφειλόταν στο άκαρι Pneumonysoides caninum. Το παράσιτο αυτό, που αναφέρεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, εντοπίστηκε κατά τη ρινοσκόπηση του ζώου και περισυλλέχθηκε από το υγρό έκπλυσης των ρινικών κοιλοτήτων. Το P. caninum πρέπει να διαφοροποιείται από άλλα ακάρεα (σκόνης, φυτών κ.ά.), που ενδέχεται να βρεθούν τυχαία στις ρινικές κοιλότητες των ζώων. Η ταυτοποίηση στηρίχθηκε σε μορφολογικά χαρακτηριστικά, όπως αυτά περιγράφονται στη διεθνή βιβλιογραφία. Στην εργασία αναφέρεται επίσης, η φαρμακευτική αγωγή που χορηγήθηκε στο ζώο, καθώς και η έκβαση του περιστατικού.
Η εργασία ανακοινώθηκε στο 8ο Πανελλήνιο Κτηνιατρικό Συνέδριο, Θεσσαλονίκη, 25-28 Νοεμβρίου 1999.

11. Διάκου Α. Η συχνότητα μόλυνσης του σκύλου από Dirofilaria immitis στην Αττική. Δελτίον της Ελληνικής Κτηνιατρικής Εταιρείας, 2001, 52:152-156.

Εξετάστηκαν 900 δείγματα αίματος από αντίστοιχους σκύλους, ηλικίας άνω του έτους, που ανήκαν σε διάφορες φυλές και ζούσαν σε περιοχές του νομού Αττικής. Στα ζώα αυτά, δεν γινόταν προληπτική αγωγή για τη διροφιλαρίωση. Τα δείγματα αίματος εξετάστηκαν με την τροποποιημένη μέθοδο Knott για την αναζήτηση μικροφιλαριών και 552 από αυτά, εξετάστηκαν επιπλέον με το εμπορικό kit της IDEXX, PetChek® HTWM PF για την ανίχνευση αντιγόνου Dirofilaria immitis. Συνολικά, 6 (0,7%) από τα 900 δείγματα αίματος ήταν θετικά με μία ή και με τις δύο μεθόδους (σε 2 δείγματα βρέθηκαν μικροφιλάριες και ανιχνεύθηκε αντιγόνο, σε 3 ανιχνεύθηκε μόνο αντιγόνο και σε 1 δείγμα βρέθηκαν μόνο μικροφιλάριες). Τα ζώα στα οποία βρέθηκαν μικροφιλάριες D. immitis ήταν κυνηγετικά και οδηγούνταν συχνά για κυνήγι εκτός Αττικής. Επιπλέον, σε 4 από τα 900 δείγματα (0,4%) βρέθηκαν μικροφιλάριες Dirofilaria repens. Από τα αποτελέσματα αυτά προκύπτει ότι το ποσοστό μόλυνσης του σκύλου στην Αττική με D. immitis είναι χαμηλό. Για να διατηρηθεί το χαμηλό ποσοστό μόλυνσης του σκύλου στην Αττική, αναφέρεται σειρά μέτρων και συνιστάται η εφαρμογή της προληπτικής αγωγής για τη διροφιλαρίωση.
Η εργασία ανακοινώθηκε στο 8ο Πανελλήνιο Κτηνιατρικό Συνέδριο, Θεσσαλονίκη, 25-28 Νοεμβρίου 1999.

12. Koutinas A.F., Saridomichelakis M.N., Mylonakis M.E., Leontides L., Polizopoulou Z, Billinis C., Argyriadis D., Diakou N., Papadopoulos O. Randomised, blinded, placebo-controlled clinical trial with allopurinol in canine leishmaniosis. Veterinary Parasitology. 2001, 98:247-61.

Η λεϊσμανίωση αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα παρασιτικά νοσήματα του σκύλου σε πολλές περιοχές του κόσμου. Τα φάρμακα και θεραπευτικά σχήμτα που εφαρμόζονται μέχρι σήμερα δεν είναι ιδιαίτερα αποτελεσματικά. Ο σκοπός της εργασίας αυτής ήταν να διερευνηθεί και να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα της αλλοπουρινόλης στη θεραπεία της λεϊσμανίωσης του σκύλου. Στην έρευνα περιλήφθηκαν 45 μη ουραιμικοί σκύλοι με συμπτώματα του νοσήματος. Η διάγνωση επιβεβαιώθηκε με ορολογικές εξετάσεις και με PCR στο μυελό των οστών. Τα ζώα χωρίστηκαν τυχαία στην ομάδα Α (37 ζώα, που λάμβαναν αλλοπουρινόλη 10mg/Kg per os BID για 4 συνεχόμενους μήνες) και την ομάδα Β (8 ζώα, που λάμβαναν πλασέμπο). Η κλινική κατάσταση των ζώων αξιολογούνταν κάθε μήνα, ενώ πλήρης εργαστηριακός έλεγχος έγινε στην αρχή και το τέλος του πειραματισμού. Στο τέλος του πειραματισμού στα ζώα της ομάδας Α σημειώθηκε σημαντική βελτίωση των κλινικών συμπτωμάτων των αιματολογικών και βιοχημικών ευρημάτων, καθώς και μείωση του αριθμού των παρασίτων στα βιολογικά υλικά. Αντίθετα, στα ζώα της ομάδας Β δεν παρατηρήθηκε βελτίωση. Παρά τα θετικά αποτελέσματα της χορήγησης αλλοπουρινόλης, κανένα από τα ζώα δεν ήταν αρνητικό στην PCR μετά το τέλος του πειραματισμού.

13. Διάκου Α., Παπαδόπουλος Η. Η συχνότητα παρασιτισμού του πεπτικού συστήματος των βοοειδών στην Ελλάδα. Περιοδικό της Ελληνικής Κτηνιατρικής Εταιρείας, 2002, 53: 304-309.

Παρά τις επενδύσεις που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια στον τομέα της βοοτροφίας, τα στοιχεία για τις παρασιτώσεις των βοοειδών στη χώρα μας είναι ελάχιστα. Έτσι, στην εργασία αυτή διερευνήθηκε η συχνότητα παρασιτισμού του πεπτικού συστήματος των βοοειδών στην Ελλάδα. 600 δείγματα κοπράνων από αντίστοιχο αριθμό βοοειδών, από διάφορες περιοχές της Ελλάδας εξετάστηκαν με δύο παρασιτολογικές μεθόδους (καθίζησης και επίπλευσης των παρασιτικών στοιχείων). Μολυσμένα βρέθηκαν τα 321 (53,5%) δείγματα με ένα ή περισσότερα είδη παρασίτων και συγκεκριμένα Entamoeba bovis (0,5%), Eimeria spp. (11,83%), Buxtonella sulcata (7,50%), Dicrocoelium dentriticum (4,50%), Fasciola hepatica (0,16%), Paramphistomum cervi (4,66%), Moniezia benedeni (1,83%), στρογγυλοειδή (41,66%), Neoascaris vitulorum (3.33%), Trichuris spp. (0,83%). Τα αποτελέσματα αυτά συγκρίνονται με στοιχεία προηγούμενων ερευνών στα μηρυκαστικά στη χώρα μας και στις χώρες προέλευσης των ζώων αυτών και προτείνονται ορισμένα γενικά μέτρα για την αντιμετώπιση των παρασιτώσεων των βοοειδών στην Ελλάδα.

14. Xinou E., Lefkopoulos M., Gelagoti A., Drevelegas A., Diakou A., Milonas I., Dimitriadis AS. CT and MR Imaging Findings in Cerebral Toxocaral Disease. American Journal of Neuroradiology 2003, 24:714-718.

Στην εργασία αυτή περιγράφονται η κλινική εικόνα, τα εργαστηριακά ευρήματα, τα ευρήματα στην αξονική (CT) και μαγνητική τομογραφία (MR) εγκεφάλου και η θεραπευτική αγωγή σε μια ασθενή με εωσινοφιλική μηνιγγοεγεφαλίτιδα, λόγω μόλυνσης από το νηματώδες παράσιτο Toxocara canis. Η διάγνωση του νοσήματος έγινε με την ανίχνευση των ειδικών IgG και IgM στον ορό του αίματος με τη μέθοδο ELISA, ενώ είχαν αποκλειστεί άλλα παρασιτικά νοσήματα (τοξοπλάσμωση, υδατίδωση, κυστικέρκωση, σχιστοσώμωση και ασκαρίδωση) με την ίδια μέθοδο. Μεταξύ άλλων αναφέρονται η επιδημιολογία του νοσήματος στον άνθρωπο, η παθογόνος δράση του παρασίτου και τα βασικά στοιχεία των παθολογικών καταστάσεων που είναι δυνατόν να προκαλέσει η μόλυνση του ανθρώπου με το παράσιτο αυτό.

15. Παπαδόπουλος Η., Διάκου Α., Χαμχούγιας Κ., Παπαϊωάννου Κ. Συχνότητα μικροφιλαριαιμίας του αλόγου στην Ελλάδα. ANIMA 2003, 11:5-9.

Τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας ο αριθμός των αλόγων αυξάνεται σταθερά, λόγω του αυξημένου ενδιαφέροντος για την ιππασία και τα ιππικά αθλήματα. Παρά τις καλές συνθήκες διαβίωσης και εκτροφής, σύμφωνα με προηγούμενες έρευνες η συχνότητα ανεύρεσης γαστρεντερικών παρασίτων κυμαίνεται σε υψηλά επίπεδα. Στην επιζωοτιολογική αυτή έρευνα διερευνήθηκε η συχνότητα και το είδος μικροφιλαριαιμίας στα άλογα που χρησιμοποιούνται για ιππασία ή για αναπαραγωγή στην Ελλάδα. Από τα 371 δείγματα αίματος που εξετάστηκαν μικροφιλάριες Setaria equina βρέθηκαν σε 2 (0,54%) δείγματα. Στη εργασία αναφέρονται στοιχεία του βιολογικού κύκλου του παρασίτου, των παθολογικών καταστάσεων που μπορεί να προκαλέσει και συγκρίνονται τα αποτελέσματα με τα αντίστοιχα παλαιότερης, παρόμοιας έρευνας στη χώρα μας.
Η εργασία ανακοινώθηκε στο 9ο Πανελλήνιο Κτηνιατρικό Συνέδριο, Θεσσαλονίκη, 21-24 Νοεμβρίου 2002.

16. Τζιόμαλος Κ., Περιφάνης Β., Καραγιάννης Α., Κρίκης Ν., Σεμερτζίδης Π., Διάκου Α., Γαρυπίδου Β., Χαρσούλης Φ. Διάγνωση και θεραπεία σπλαχνικής λεϊσμανίασης. Περιγραφή έξι ασθενών. Ιπποκράτεια 2003, 7:125-131. Η εργασία αναδημοσίευθηκε στο περιοδικό Infections in medicine, 2007, 24:220-223 (Tziomalos K., Perifanis V., Karagiannis A., Krikis N., Semertzidis P., Diakou A., Garipidou V., Harsoulis F. Diagnosing and treating visceral leishmaniasis in 3 patients in Greece).

Στην εργασία αυτή, περιγράφεται η κλινική εικόνα και η θεραπευτική αντιμετώπιση έξι ασθενών από τη Βόρεια Ελλάδα στους οποίους τέθηκε η διάγνωση της σπλαχνικής λεϊσμανίωσης με την ανεύρεση των αμαστιγωτών μορφών του παρασίτου σε επιχρίσματα μυελού των οστών ή με ορολογικές εξετάσεις ή και με τα δύο. Ο μέσος όρος ηλικίας των ασθενών ήταν 36 έτη (εύρος 18-60 έτη), κανείς δεν ήταν HIV θετικός και μόνο ένας ανέφερε επαφή με ζώα. Ο μέσος χρόνος μεταξύ εμφάνισης συμπτωμάτων και εισαγωγής στην κλινική ήταν 3,2 μήνες. Σε όλους τους ασθενείς υπήρχε σπληνομεγαλία, στους 5 ηπατομεγαλία και πυρετός μόνο στους 4. Σε όλους τους ασθενείς διαπιστώθηκε θρομβοπενία, στους 5 λευκοπενία και αναιμία μόνο σε έναν. Στην εξέταση επιχρίσματος μυελού των οστών που πραγματοποιήθηκε σε όλους τους ασθενείς, το παράσιτο βρέθηκε σε τρείς, στους οποίους χορηγήθηκε αγωγή με άλατα αντιμονίου, ενώ στους υπόλοιπους λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β. Ένας ασθενής που έλαβε άλατα αντιμονίου υποτροπίασε και στη συνέχεια αντιμετωπίστηκε επιτυχώς με χορήγηση λιποσωμιακής αμφοτερικίνης Β. Η ανάλυση των ευρημάτων δείχνει την ποικιλία της κλινικής εικόνας με την οποία εμφανίζεται η σπλαχνική λεϊσμανίωση και υποδεικνύει ως πρώτη θεραπευτική επιλογή τη λιποσωμιακή αμφοτερικίνη Β, που συνδυάζει ασφάλεια και αποτελεσματικότητα.

17. Saridomichelakis M.N., Mylonakis M.E., Leontides L.S., Billinis Ch., Koutinas A., Galatos A.D., Gouletsou P., Diakou A., Kontos V.I. Periodic administration of allopurinol is not effective for the prevention of canine leishmaniosis (Leishmania infantum) in the endemic areas. Veterinary Parasitology 2005, 130:199-205.

H λεϊσμανίωση είναι ένα από τα σημαντικότερα παρασιτικά νοσήματα του σκύλου στις Μεσογειακές και άλλες χώρες, με επιπτώσεις στη Δημόσια Υγεία. Έως σήμερα δεν υπάρχει κάποιο εμπορικό εμβόλιο για το νόσημα αυτό και το μόνο μέτρο πρόληψης είναι η χρήση εντομοαπωθητικών, κατά την περίοδο δραστηριότητας του μεταδότη (σκνίπες). Σκοπός αυτής της εργασίας ήταν να διερευνηθεί η αποτελεσματικότητα της περιοδικής χορήγησης αλλοπουρινόλης, κατά την περίοδο δραστηριότητας των σκνιπών, για την πρόληψη της μόλυνσης κλινικώς υγιών, μη μολυσμένων σκύλων καθώς και για την αναστολή εξέλιξης του νοσήματος ασυμπτωματικών μολυσμένων σκύλων. Έτσι, 95 κλινικώς υγιείς και οροαρνητικοί σκύλοι που ζούσαν εκτός σπιτιού χωρίστηκαν σε δύο ομάδες: τους θετικούς (PCR θετικοί) και τους αρνητικούς (PCR και παρασιτολογικά αρνητικοί) και τους χορηγήθηκε τυχαία αλλοπουρινόλη (n=51, 20mg/Kg SID) ή πλασέμπο (n=44) για μία εβδομάδα το μήνα, από Απρίλιο μέχρι και Νοέμβριο. Σε 38 από τα 95 ζώα δεν ολοκληρώθηκε το πείραμα για λόγους άσχετους με τη λεϊσμανίωση. Κανένα από τα 57 εναπομείναντα ζώα δεν εμφάνισε συμπτώματα του νοσήματος μέχρι το τέλος της περιόδου παρακολούθησης (1 χρόνος). Από τα 15 ζώα που έλαβαν αλλοπουρινόλη και που αρχικά δεν ήταν μολυσμένα με το παράσιτο, 6 (40% p=0,03) έδωσαν θετικά αποτελέσματα στην PCR και 3 από αυτά και οροθετικά στο τέλος της περιόδου παρακολούθησης. Αντίθετα, μόνο 1 από τα 7 (14,3%) από τα ζώα της ίδιας ομάδας που έλαβαν πλασέμπο ήταν θετικό στην PCR στο ίδιο χρονικό διάστημα. Από τα 19 μολυσμένα ζώα που έλαβαν αλλοπουρινόλη, τα 18 (94,7%) παρέμειναν PCR θετικά και ένα (5,3%) έγινε επιπλέον οροθετικό στο τέλος της περιόδου παρακολούθησης. Από τα 16 μολυσμένα ζώα που έλαβαν πλασέμπο 14 (87,5%) παρέμειναν PCR θετικά και ένα (6,7%) έγινε επιπλέον θετικό στις παρασιτολογικές εξετάσεις. Με βάση τα παραπάνω αποτελέσματα συμπεραίνεται ότι η χορήγηση 20mg/Kg ημερησίως για 1 εβδομάδα κατά την περίοδο δραστηριότητας των σκνιπών δεν αποτελεί προληπτικό μέτρο για τα μη μολυσμένα ζώα και επιπλέον δεν βοηθά στην εξάλειψη του παρασίτου στους ασυμπτωματικούς μολυσμένους σκύλους.

18. Diakou A., Papadopoulos E., Haralabidis S., Papachristou F., Karatzias H., Panousis N. Prevalence of Parasites in Intensively Managed Dairy Cattle in Thessaloniki Region, Greece.Cattle Practice 2005, 13:51-54.

Οι παρασιτικές μολύνσεις είναι ένα από τα σημαντικότερα αίτια οικονομικών απωλειών στις κτηνοτροφικές μονάδες σε όλον τον κόσμο. Πολλές έρευνες έχουν δείξει ότι στις αγελαδοτροφικές μονάδες οι απώλειες αυτές οφείλονται κυρίως στις μολύνσεις από γαστρεντερικά νηματώδη. Το σύστημα εκτροφής αποτελεί βασικό παράγοντα που επηρεάζει την ένταση του παρασιτισμού των ζώων. Σκοπός αυτής της εργασίας ήταν η διερεύνηση της έντασης παρασιτισμού σε γαλακτοπαραγωγές αγελάδες υψηλών αποδόσεων, σε μονάδες εντατικής εκτροφής με καλές συνθήκες διαχείρισης και η αξιολόγηση της χορήγησης αντιπαρασιτικών φαρμάκων σε αυτές τις συνθήκες. Έτσι, 105 αγελάδες της φυλής Friesian από 5 γαλακτοπαραγωγές εκτροφές της Θεσσαλονίκης, εξετάστηκαν με κοπρανολογικές, αιματολογικές και ορολογικές μεθόδους. Πενήντα ζώα (47,6%) βρέθηκαν μολυσμένα με γαστρεντερικά παράσιτα και συγκεκριμένα Eimeria spp. (23,8%), Buxtonella sulcata (21%), Strongyloidea (9,5%), Moniezia spp. (1,9%), και Trichuris spp. (1,9%). Eιδικές IgG-Toxoplasma gondii ανιχνεύθηκαν στο 20% των ζώων, IgG-Echinococcus granulosus στο 18,1%, IgG- Cysticercus tenuicolis στο 27,6% και IgG-Hypoderma spp. στο 3,8% των ζώων. Αντίθετα, δεν βρέθηκαν το Cryptosporidium spp., μικροφιλάριες ή αιμοπρωτόζωα. Τα χαμηλά επίπεδα παρασιτισμού που βρέθηκαν στην έρευνα αυτή σε συνδυασμό με τα υψηλά επίπεδα παραγωγής που καταγραφόταν στις συγκεκριμένες εκτροφές, συνηγορούν στο ότι οι προληπτικοί αποπαρασιτισμοί ρουτίνας δεν είναι απαραίτητοι όταν υπάρχουν καλές συνθήκες εκτροφής των γαλακτοπαραγωγών αγελάδων.
Η εργασία ανακοινώθηκε στο 4ο Πανελλήνιο Συνέδριο Κτηνιατρικής Παραγωγικών Ζώων, Θεσσαλονίκη, 24-26 Φεβρουαρίου 2005.

19. Papadopoulos E., Prevot F., Diakou A., Dorchies Ph. Comparison of infection rates of Oestrus ovis between sheep and goats kept in mixed flocks. Veterinary Parasitology 2006, 138:382-385.

Η οίστρωση είναι ένα παρασιτικό νόσημα των προβάτων και των αιγών, που προκαλείται από τις προνύμφες της μύγας Oestrus ovis. Παρά το γεγονός ότι και τα δύο είδη ζώων αποτελούν ξενιστή του παρασίτου, η συχνότητα μόλυνσης και το παρασιτικό φορτίο είναι πάντοτε υψηλότερο στα πρόβατα. Σκοπός της εργασίας αυτής ήταν να συγκριθεί η συχνότητα μόλυνσης στα πρόβατα και τις αίγες από μικτές εκτροφές, όπου τα δύο είδη ζώων εκτρέφονται με τις ίδιες συνθήκες, σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Εξετάστηκαν με τη δοκιμασία ELISA δείγματα ορού από 397 πρόβατα και 335 αίγες, από 43 μικτές εκτροφές. 193 (48.6%) πρόβατα και 58 (17,9%) αίγες βρέθηκαν οροθετικές για το παράσιτο Oestrus ovis. Τριάντα οκτώ (88,4%) εκτροφές είχαν έστω ένα οροθετικό ζώο. Η μέση τιμή των οροθετικών ζώων στις διάφορες εκτροφές ήταν 38,6% για τα πρόβατα και 13,6% για τις αίγες. Τα πρόβατα εμφάνισαν υψηλότερες τιμές οροθετικότητας από τις αίγες. Δεν παρατηρήθηκε στατιστικώς σημαντική διαφορά στον αριθμό των θετικών ζώων από περιοχή σε περιοχή (p=0.817), ενώ παρατηρήθηκε στατιστικώς πολύ σημαντική διαφορά στον αριθμό των θετικών ζώων στα δύο ζωικά είδη (p=0,001).

20. Papazoglou L.G., Diakou A., Patsikas M.N., Anagnostou T., Vagiatis I., Papastefanou A., Kosmas P. Intestinal pleating associated with Joyeuxiella pasqualei infection in a cat. The Veterinary Record 2006, 159:634-635.

Σε αυτήν την εργασία παρουσιάζεται ένα περιστατικό πτύχωσης του εντέρου γάτας, εξ αιτίας της παρουσίας του κεστώδους Joyeuxiella pasqualei στον αυλό του. Περιγράφεται το περιστατικό, που ήταν η αντιμετώπιση διαφραγματοκήλης και η αλλοίωση της όψης του εντέρου, ως τυχαίο εύρημα. Το έντερο διανοίχθηκε και αφαιρέθηκε από το εσωτερικό του το κεστώδες που ταυτοποιήθηκε βάση μορφολογικών χαρακτηριστικών. Στο άρθρο περιγράφεται επίσης ο βιολογικός κύκλος και η παθογόνος δράση του παρασίτου και παρουσιάζονται χαρακτηριστικές πρωτότυπες φωτογραφίες.

21. Ντάφης Β., Ξυλούρη Ε., Διάκου Α., Σωτηράκογλου Κ., Κρητικός Ι., Γεωργακίλας Ε., Μενεγάτος Ι. Ανίχνευση αντισωμάτων κατά του Toxoplasma gondii σε βιολογικές εκτροφές αιγών και προβάτων. Περιοδικό της Ελληνικής Κτηνιατρικής Εταιρείας, 2007, 58:22-33. Η εργασία αυτή αναδημοσίευθηκε στα πρακτικά του 8th International Congress In Animal Hygiene, 17–21 June 2007, Tartu, Estonia, pgs 756-761: «Ntafis V., Xylouri E., Diakou A., Sotirakoglou K., Kritikos I., Georgakilas E., Menegatos I. Serological survey of antibodies against Toxoplasma gondii in organic sheep and goat farms in Greece».

Το Toxoplasma gondii είναι το αίτιο της τοξοπλάσμωσης, που αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα παρασιτικά νοσήματα των ζώων και του ανθρώπου. Το πρόβατο και η αίγα είναι δύο από τους ενδιάμεσους ξενιστές του παρασίτου. Η μόλυνσή τους με το παράσιτο δημιουργεί προβλήματα τόσο στην εκτροφή τους (εμβρυϊκοί θάνατοι και αποβολές), όσο και στη Δημόσια Υγεία (κατανάλωση μολυσμένου κρέατος, γάλακτος). Παράλληλα, η βιολογική κτηνοτροφία αποτελεί έναν αναπτυσσόμενο κλάδο με ολοένα και αυξανόμενο ενδιαφέρον. Σκοπός της έρευνας αυτής ήταν η διερεύνηση του ποσοστού μόλυνσης των ζώων, για πρώτη φορά από βιολογικές εκτροφές της Ελλάδας, με την ανίχνευση ειδικών αντισωμάτων. Η έρευνα χωρίζεται στην προκαταρκτική και την κύρια. Κατά την προκαταρκτική έρευνα εξετάστηκαν με τη δοκιμασία ELISA 47 προβατίνες και 116 αίγες που είχαν αποβάλει καθώς και από 137 κριούς και 113 τράγους. Τα αντίστοιχα ποσοστά ζώων στα οποία ανιχνεύθηκαν ειδικές IgG ήταν 70,21%, 25%, 45,99% και 19,47%. Από την προκαταρκτική έρευνα φάνηκε ότι το ποσοστό μόλυνσης των ζώων στις βιολογικές εκτροφές είναι σημαντικό. Έτσι σχεδιάστηκε η κύρια έρευνα, κατά την οποία εξετάστηκαν συνολικά 182 πρόβατα και 167 αίγες σε τρεις ομάδες: α) ενήλικα αρσενικά, β) θηλυκά που απέβαλαν κατά την προηγούμενη αναπαραγωγική περίοδο, και γ) θηλυκά που δεν απέβαλαν κατά το ίδιο χρονικό διάστημα. Επιπλέον, τα ζώα χωρίστηκαν σε δύο ηλικιακές ομάδες: i) ζώα ηλικίας μέχρι 4 ετών και ii) ζώα μεγαλύτερα των 4 ετών. Στο 38,46% των κριών, το 60,87% των προβατίνων που απέβαλαν και το 54,21% των προβατίνων που δεν απέβαλαν βρέθηκαν ειδικά αντισώματα και διαπιστώθηκε στατιστικώς σημαντική διαφορά ποσοστού μόλυνσης μεταξύ των αρσενικών και των θηλυκών ζώων (p<0.05). Αντίστοιχα, στο 12,12% των τράγων, το 14,29% των αιγών που απέβαλαν και το 22,35% των αιγών που δεν απέβαλαν βρέθηκαν ειδικά αντισώματα χωρίς στατιστικώς σημαντικές διαφορές στις 3 ομάδες. Οι αίγες σε σχέση με τα πρόβατα εμφάνισαν σημαντικά χαμηλότερα ποσοστά οροθετικών ζώων και στις 3 κατηγορίες (p<0.05). Επίσης, στα ζώα ηλικίας μέχρι και 4 ετών, τα ποσοστά οροθετικών ζώων ήταν χαμηλότερα (39.58% στα πρόβατα και 13,04% στις αίγες) σε σχέση με αυτά στα ζώα μεγαλύτερης ηλικίας (61,97% και 24% αντίστοιχα, p<0.05). Τα αποτελέσματα αυτά δείχνουν ότι η μόλυνση από Toxoplasma gondii υπάρχει σε υψηλά ποσοστά στις βιολογικές εκτροφές τόσο σε ζώα που απέβαλαν όσο και σε ζώα που δεν απέβαλαν και ότι είναι συχνότερη σε ζώα μεγαλύτερης ηλικίας. Επιπλέον, παρατηρήθηκε διαφορά στη συχνότητα μόλυνσης ανάλογα με το είδος του ζώου.
    Η εργασία ανακοινώθηκε: α) στο 22ο Ετήσιο Επιστημονικό Συνέδριο της Ελληνικής Ζωοτεχνικής Εταιρίας, 4-6 Οκτωβρίου 2006, Σπάρτη, και β) στο 8th International Congress In Animal Hygiene, 17–21 June 2007, Tartu, Estonia.

22. Panousis N., Diakou A., Papadopoulos E., Giadinis N., Karatzias H., Haralampidis S. Prevalence of Cryptosporidium Infection in Dairy Farms with a History of Calves’ Diarrhoea. Cattle Practice 2007, 15:89-92.

Το Cryptosporidium είναι πρωτόζωο παράσιτο στο έντερο των ζώων και του ανθρώπου και είναι δυνατόν να προκαλέσει διαρροϊκό σύνδρομο. Από τα βοοειδή ευπαθέστεροι είναι οι μόσχοι έως τον απογαλακτισμό τους. Δεδομένου του σημαντικού ρόλου που παίζει αυτό το παράσιτο στο διαρροϊκό σύνδρομο των νεογέννητων μόσχων, σκοπός της εργασίας αυτής ήταν να διερευνηθεί: α) η πιθανή συμμετοχή του Cryptosporidium spp. σε περιστατικά διάρροιας κατά τις πρώτες 3-14 ημέρες ζωής των μόσχων, και β) η συχνότητα του παρασίτου στα μεγαλύτερα ζώα που παίζουν το ρόλο αποθήκης του παρασίτου. Έτσι, εξετάστηκαν δείγματα κοπράνων από 475 αγελάδες γαλακτοπαραγωγικής κατεύθυνσης, που ανήκαν σε 18 εκτροφές στις οποίες υπήρχε ιστορικό διάρροιας των μόσχων. Τα δείγματα εξετάστηκαν με τη χρώση επιχρισμάτων σύμφωνα με τη μέθοδο Ziehl-Nielsen. Τα ζώα των εκτροφών χωρίστηκαν σε 3 ομάδες: Α) μόσχοι μέχρι 14 ημερών (εξετάστηκαν όλοι), Β) μόσχοι μεγαλύτεροι των 14 ημερών (εξετάστηκε το 50%), και Γ) αγελάδες (εξετάστηκε το 10%). Σε 119 από τα 475 (25,05%) ζώα βρέθηκε το παράσιτο. Τα ποσοστά κάθε ομάδας ήταν: Α) 48,62%, Β) 13.2%, και Γ) 20%. Η μόλυνση στις 18 εκτροφές κυμάνθηκε από 0-46% και στις ομάδες των ζώων κυμάνθηκε ως εξής: Α) 0-100%, Β) 0-33% και Γ) 0-50%. Τα αποτελέσματα αυτά δείχνουν ότι το Cryptosporidium απαντάται αρκετά συχνά στις εκτροφές γαλακτοπαραγωγών αγελάδων και κυρίως στους νεογέννητους μόσχους και φαίνεται ότι παίζει σημαντικό ρόλο στο διαρροϊκό σύνδρομο των μόσχων στην Ελλάδα.
    Η εργασία αποτελεί τμήμα της ανακοίνωσης: «Διάκου Α., Παπαδόπουλος Η., Πανούσης Ν., Χαραλαμπίδης Σ., Καρατζιάς Χ., Αργυρούδης Σ. Η συχνότητα της κρυπτοσποριδίωσης σε κοπάδια βοοειδών και προβάτων με ιστορικό διάρροιας. 9ο Πανελλήνιο Κτηνιατρικό Συνέδριο, Θεσσαλονίκη, 21-24 Νοεμβρίου 2002».

23. Papazahariadou M., Diakou A., Papadopoulos E, Georgopoulou I., Komnenou A., Antoniadou-Sotiriadou K. Parasites of the digestive tract in free-ranging birds in Greece. Journal of Natural History 2008, 42: 381-398.

Στη Ελλάδα έχουν καταγραφεί περίπου 436 είδη πτηνών. Η χώρα μας κατέχει σημαντική θέση για πολλά από αυτά τα είδη καθώς έχει ιδιαίτερη γεωγραφική θέση και μεγάλη ποικιλία βιοτόπων. Παρά το γεγονός ότι στην Ελλάδα τα πτηνά είναι μια ομάδα ζώων για την οποία υπάρχουν αρκετές πληροφορίες, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για τα παράσιτα που απαντώνται στα άγρια και ελεύθερα διαβιούντα πτηνά. Στην παρούσα εργασία εξετάστηκαν δείγματα κοπράνων και οι πεπτικοί σωλήνες από 136 άγρια πτηνά από διάφορες περιοχές της Ελλάδας, που ανήκαν σε 36 είδη και 16 οικογένειες (Pelecanidae, Ardeidae, Phoenicopteridae, Anatidae, Accipitridae, Falconidae, Rallidae, Laridae, Sternidae, Columbidae, Tytonidae, Strigidae, Caprimulgidae, Apodidae, Turdidae and Corvidae). Μεταξύ των 6 πρωτοζώων, 11 τρηματωδών, 5 κεστωδών, 19 νηματωδών και 7 ακανθοκεφάλων που βρέθηκαν, τα παράσιτα Clinostomum complanatum, Cotylurus cornutus, Ophiosoma spp., Neodiplostomum spathoides, N. spathula, Cardiocephalus longicollis, Diplostomum spathaceum, Cladogynia spp., Leptotaenia ischnorhyncha, Sobolevicanthus gracilis, Tetrameres fissispina, Capillaria tenuissima, C. strigis, Procyrnea leptoptera, Porrocaecum spp., Physaloptera alata, Centrorhynchus bazaleticum, C. aluconis, C. milvus, C. globocaudatum, Polymorphus spp. και Prosthorynchus spp. αναφέρονται για πρώτη φορά στην Ελλάδα.
    Η εργασία ανακοινώθηκε στο 10th International Congress on the Zoogeography and Ecology of Greece and Adjacent Regions, 26-30 June 2006, Patra.

24. Haralabidis S., Diakou A., Frydas S., Papadopoulos E., Mylonas A., Patsias A., Roilides E., Giannoulis E. Long-term evaluation of 70 patients with hydatidosis treated with albendazole and praziquantel. International Journal of Immunopathology and Pharmacology 2008, 21:429-435.

Η μόλυνση των ενδιάμεσων ξενιστών με το κεστώδες παράσιτο Echinicoccus granulosus προκαλεί την υδατίδωση. Στον άνθρωπο αποτελεί ένα χρόνιο νόσημα, που συνήθως δεν συνοδεύεται από συμπτώματα. Στους περισσότερους ασθενείς που υποβάλλονται σε χειρουργική αφαίρεση της υδατίδας κύστης το νόσημα δεν θεραπεύεται λόγω του μεγάλου ποσοστού υποτροπών. Αντίθετα, η μακροχρόνια χορήγηση αλμπενταζόλης αποδείχθηκε αποτελεσματική και βελτιώθηκε με το συνδυασμό της αλμπενταζόλης με πραζικουαντέλη και με γεύμα πλούσιο σε λιπαρά. Η παρούσα εργασία αποτελεί αναδρομική αξιολόγηση της έκβασης της υδατίδωσης 70 ασθενών που χωρίστηκαν σε 2 ομάδες και παρακολουθήθηκαν για μέχρι 13,5 χρόνια. Στην ομάδα Α χορηγήθηκε συνδυασμός αλμπενταζόλης με πραζικουαντέλη μετά τη χειρουργική αφαίρεση της κύστης. Στην ομάδα Β χορηγήθηκαν μόνο τα φάρμακα, χωρίς να έχει προηγηθεί χειρουργική αφαίρεση της κύστης. Δείγματα ορού από όλους τους ασθενείς εξετάζονταν για την ανίχνευση ειδικών IgG, IgM, IgA και IgE με τη δοκιμασία ELISA. Επιπλέον, διενεργούνταν υπερηχογραφικός έλεγχος ή/και αξονική τομογραφία, κάθε 3 μήνες και για 18 μήνες και στη συνέχεια μία φορά το χρόνο μέχρι το τέλος της περιόδου παρακολούθησης (13,5 χρόνια). Η μέση διάρκεια της θεραπείας σε κύκλους αγωγής των 45 ημερών ήταν για την ομάδα Α 10 κύκλοι και για την ομάδα Β 7 κύκλοι. Συνολικά, το ποσοστό ίασης ήταν: στην ομάδα Β 88.6% στο τέλος της θεραπείας και 100% σε 3.6 χρόνια και στην ομάδα Α 100% 11.7 χρόνια μετά το τέλος της θεραπείας. Στο 74.3% των ασθενών παρατηρήθηκε ικανοποιητική επασβέστωση της κύστης, στο 20% πλήρης επασβέστωση, στο 4.3% η κύστη συρρικνώθηκε πάνω από 80% και στο 1.4% η κύστη εξαφανίστηκε. Η διαφορά στην αποτελεσματικότητα των δύο θεραπειών που χρησιμοποιήθηκαν στην εργασία δεν ήταν στατιστικώς σημαντική (p=0.297), όπως και η διαφορά στο ποσοστό συρρίκνωσης μεταξύ 20% και 80% και της εκτεταμένης επασβέστωσης των κύστεων (p=1.000). Ωστόσο, η διαφορά ήταν στατιστικώς σημαντική σε σχέση με τη συρρίκνωση άνω του 80% καθώς και με την εκτεταμένη επασβέστωση των κύστεων (p<0.0005 και p<0.0005, αντίστοιχα). Σε όλους τους ασθενείς ανιχνεύονταν υψηλά επίπεδα ειδικών IgG και IgA, ενώ οι IgE στην ομάδα Α και/ή οι IgM στην ομάδα Β ανιχνεύονταν οριακά σε ολόκληρη τη διάρκεια της μελέτης. Το επίπεδο των IgG παρουσίαζε έντονη διακύμανση και στην ομάδα Α μειώθηκε σημαντικά 11.7 χρόνια μετά το τέλος της θεραπείας ή σε 8,5 χρόνια μετά υποτροπή, ενώ στην ομάδα Β 3,6 χρόνια μετά το τέλος της θεραπείας. Υποτροπές εμφανίστηκαν στο 11,4% των ασθενών κατά τους 6 πρώτους μήνες μετά το τέλος της θεραπείας. Μετά τη συμπληρωματική θεραπεία με αλμπενταζόλη για 3-6 μήνες όλες οι περιπτώσεις υποτροπής θεωρήθηκαν ότι ιάθηκαν σε 8,5 έτη παρακολούθησης.
    Η εργασία ανακοινώθηκε στο 22nd International Congress of Hydatidology, 15-19 May 2007, Athens.

25. Panousis N., Diakou A., Giadinis N., Papadopoulos E., Karatzias H., Haralampidis S. Prevalence of Cryptosporidiumi infection in sheep flocks with a history of lambs’ diarrhea. Revue de Medicine Veterinaire.

  Η εργασία αυτή στόχευσε στο να διερευνηθεί 1) η πιθανή συμμετοχή του Cryptosporidium στις περιπτώσεις διάρροιας των αμνών κατά τις πρώτες 3-14 ημέρες τις ζωής τους, και 2) η συχνότητα της παρουσίας του παρασίτου σε μεγαλύτερης ηλικίας ζώα που παίζουν το ρόλο αποθήκης του παρασίτου. Για το σκοπό αυτό, επιχρίσματα κοπράνων από 523 πρόβατα εγχώριας φυλής από 31 εκτροφές και με ιστορικό διάρροιας των αμνών εξετάστηκαν με τη μέθοδο Zieh-Nielsen. Τα ζώα των εκτροφών χωρίστηκαν σε 3 ομάδες: Α) αμνοί μέχρι 14 ημερών (εξετάστηκαν όλοι), Β) αμνοί 15-30 ημερών (εξετάστηκε το 50%), και Γ) προβατίνες άνω του 1,5 έτους (εξετάστηκε το 10%). Cryptosporidium. βρέθηκε στα 152 (29.06%) από τα 523 ζώα. Τα ποσοστά μόλυνσης σε κάθε ομάδα ήταν: A) 55.07%, B) 15.18%, και Γ) 10.97%. Σε 2 εκτροφές δεν βρέθηκε το παράσιτο. Συγκεκριμένα, η μόλυνση στις εκτροφές κυμάνθηκε από 0-42% και στις ομάδες των ζώων κυμάνθηκε ως εξής: A) 0%-100%, B) 0%-22.2%, και Γ) 0%-30%. Από τα αποτελέσματα συμπεραίνεται ότι Cryptosporidium απαντάται συχνά στις εκτροφές προβάτων και ιδιαίτερα στους νεογέννητους αμνούς και φαίνεται ότι παίζει σημαντικό ρόλο στο διαρροϊκό σύνδρομο των αμνών στην Ελλάδα.
Η εργασία αποτελεί τμήμα της ανακοίνωσης: «Διάκου Α., Παπαδόπουλος Η., Πανούσης Ν., Χαραλαμπίδης Σ., Καρατζιάς Χ., Αργυρούδης Σ. Η συχνότητα της κρυπτοσποριδίωσης σε κοπάδια βοοειδών και προβάτων με ιστορικό διάρροιας. 9ο Πανελλήνιο Κτηνιατρικό Συνέδριο, Θεσσαλονίκη, 21-24 Νοεμβρίου 2002».


Βιβλιογραφικές εργασίες

26. Διάκου Α. Τα παράσιτα του αναπνευστικού συστήματος του σκύλου και της γάτας. Πρακτικά 5ου Πανελληνίου Συνεδρίου Κτηνιατρικής Μικρών Ζώων, σελ.: 175-181, Έκδοση της Ελληνική Κτηνιατρικής Εταιρείας, Αθήνα, Μάρτιος 1999.

Στην εργασία αυτή, περιγράφεται ο τρόπος μόλυνσης και η παθογένεια, των συχνότερων παρασίτων του αναπνευστικού συστήματος του σκύλου (Capillaria aerophila, Oslerus osleri, Filaroides spp., Crenosoma vulpis, Angiostongylus vasorum και Linguatula serrata) και της γάτας (C. aerophila, C. vulpis, Filaroides spp. και Aelurostrongylus abstrusus), καθώς και τα συμπτώματα, η διάγνωση και η θεραπεία των νοσημάτων που προκαλούνται από αυτά.
    Η εργασία ανακοινώθηκε στο 5ο Πανελλήνιο Συνέδριο Κτηνιατρικής Μικρών Ζώων, Αθήνα, 27-29 Μαρτίου 1998.

27. Χαραλαμπίδης Σ.Θ., Διάκου Α.Ν. Σπλαχνική λεϊσμανίωση και λεϊσμανίωση του σκύλου στην Ελλάδα και τις άλλες μεσογειακές χώρες. Περιοδικό της Ελληνικής Κτηνιατρικής Εταιρείας 2004, 55:247-261.

Στην εργασία αυτή δίνονται αναλυτικές πληροφορίες σχετικά με τη σπλαχνική λεϊσμανίωση του ανθρώπου και τη λεϊσμανίωση του σκύλου στις μεσογειακές χώρες και ιδιαίτερα στην Ελλάδα. Το κείμενο συνοδεύεται από 6 πίνακες που συγκεντρώνουν στοιχεία της πρόσφατης σχετικής ελληνικής και διεθνούς βιβλιογραφίας. Συγκεκριμένα περιγράφονται το αίτιο, ο μεταδότης, οι ξενιστές και η παθογόνος δράση του παρασίτου, οι αλλοιώσεις, τα συμπτώματα, τα εργαστηριακά ευρήματα και η διάγνωση του νοσήματος, οι μηχανισμοί άμυνας του ξενιστή και προτεινόμενα φαρμακευτικά σχήματα για τη θεραπεία του νοσήματος στο σκύλο και τον άνθρωπο με τα αντίστοιχα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματά τους. Τέλος, αναφέρονται οι τρόποι πρόληψης του νοσήματος στον άνθρωπο και το σκύλο.

28. Symeonidou I., Diakou A., Papazahariadou M. Novel approached to the successful control of the avian coccidia. 1st Mediterranean Summit of WPSA, Advances and Challenges in Poultry Science, 7-10 May 2008, Thessaloniki, Greece, Book of Proceedings, pgs 192-197.

Σε αυτή τη βιβλιογραφική εργασία αναφέρονται οι τρόποι αντιμετώπισης της κοκκιδίωσης των πτηνών, που εφαρμόζονται έως σήμερα και περιγράφονται οι νέες τάσεις στον τομέα των εμβολίων, όπως τα ανασυνδυασμένα ή τα γονιδιακά εμβόλια, που είτε βρίσκονται ακόμα σε πειραματικό στάδιο ή έχουν πρόσφατα αρχίσει να εφαρμόζονται στην πράξη. Η κοκκιδίωση είναι το σημαντικότερο παρασιτικό νόσημα στην πτηνοτροφία που έχει επιπτώσεις στην ανάπτυξη και την αξιοποίηση της τροφής από τα πτηνά. Ο συμβατικός τρόπος αντιμετώπισης του νοσήματος στηρίζεται στη χρήση κοκκιδιοστατικών και εν μέρει εμβολίων με μεγάλο κόστος στην παγκόσμια βιομηχανία πτηνοτροφίας. Επιπλέον, η συνεχής εμφάνιση ανθεκτικών στα φάρμακα στελεχών κοκκιδίων και οι διεθνείς κανονισμοί για μείωση της χρήσης φαρμάκων στα πτηνά που προορίζονται για κατανάλωση ωθούν προς την κατεύθυνση ανάπτυξης νέων τρόπων αντιμετώπισης του προβλήματος. Η πρόοδος στην ταυτοποίηση και μελέτη των γονιδίων και των πρωτεϊνών, τόσο του παρασίτου όσο και του ξενιστή, που εμπλέκονται στην ανοσολογική απάντηση, ανοίγουν το δρόμο στην ανάπτυξη νέων τύπων εμβολίων και εναλλακτικών θεραπειών.


Επιστημονικές επιστολές

29
. Karanis P., Frank C., Haralabidis S., Schmale H., Fich C., Diakou N., Naucke T., Jörden U., Maier W.A., Himonas C., Seitz H.M. Studies on Leishmaniasis in Northern Greece: current situation. Medical Microbiology Letters. 1996, 5 (Suppl. 1): 17.


Αναφέρονται τα αποτελέσματα ευρείας έρευνας σε σχέση με τη λεϊσμανίωση στη Βόρεια Ελλάδα. Η έρευνα αυτή περιλάμβανε περισυλλογή, ταυτοποίηση και ανάπτυξη σε συνθήκες εργαστηρίου ειδών σκνιπών του γένους Phlebotomus από διάφορες περιοχές της Β. Ελλάδας, μελέτη των βιοτόπων και της βιογεωγραφίας τους, απομόνωση, καλλιέργεια, διατήρηση και ταυτοποίηση στελεχών Leishmania από μολυσμένους σκύλους, ορολογικές εξετάσεις σκύλων για την ανεύρεση ειδικών αντισωμάτων κατά της Leishmania και συγκέντρωση επιδημιολογικών και επιζωοτιολογικών στοιχείων για τη λεϊσμανίωση στη Βόρεια Ελλάδα.
Η εργασία ανακοινώθηκε στο 4th Scientific Meeting, European Society for Chemotherapy/Infectious Diseases, 23-25.5.1996, Athens, Greece.


Σύντομες Ανακοινώσεις

30.
Πλευράκη Α., Σάββας Ι., Παπαδόπουλος Β., Διάκου Α., Χαραλαμπίδης Σ. Παράσιτα του σκύλου στο καταφύγιο ζώων Αχλάδας Ηρακλείου. Κτηνοτροφία και Ανάπτυξη, 1996, 21:24-26.


Παρουσιάζονται τα αποτελέσματα της παρασιτολογικής εξέτασης 150 σκύλων του "Καταφυγίου Ζώων Αχλάδας" του Ηρακλείου Κρήτης. Η εξέταση των ζώων έγινε με τη δοκιμασία ELISA, για την ανίχνευση ειδικών IgG-Leishmania infantum, -Toxoplasma gondii, -Toxocara canis και -Dirofilaria spp, στον ορό του αίματος, καθώς και με κοπρανολογικές (μέθοδοι Teleman και Faust) και αιματολογικές (τροπ. μέθοδος Knott και επίχρισμα αίματος) εξετάσεις. Επιπλέον, σε 30 από τα 150 ζώα έγινε ταυτοποίηση των εξωπαρασίτων.
    Η εργασία ανακοινώθηκε στο 7ο Πανελλήνιο Κτηνιατρικό Συνέδριο, Θεσσαλονίκη, 28 Νοεμβρίου-1 Δεκεμβρίου 1996.

31. Διάκου Α., Πλευράκη Α. Παράσιτα της γάτας, με ιδιοκτήτη στη Θεσσαλονίκη. Κτηνοτροφία και Ανάπτυξη, 1996, 21:26-27.

Παρουσιάζονται τα αποτελέσματα της παρασιτολογικής εξέτασης κοπράνων 58 γάτων που ζούσαν σε διαμερίσματα στη Θεσσαλονίκη. Σε 20 ζώα βρέθηκαν συνολικά, 3 είδη πρωτόζωων, 1 είδος τρηματώδους, 2 είδη κεστωδών και 3 είδη νηματωδών παρασίτων.

32. Διάκου Ν., Τόλα Ν. Παράσιτα του πεπτικού και του αναπνευστικού συστήματος του σκύλου και της γάτας στην περιοχή Λαγκαδά. Κτηνοτροφία και Ανάπτυξη, 1996, 28-29.

Παρουσιάζονται τα αποτελέσματα της παρασιτολογικής εξέτασης κοπράνων (μέθοδοι Teleman και Faust), 190 σκύλων από την περιοχή Λαγκαδά Θεσσαλονίκης. Σε 122 (64,2%) ζώα βρέθηκαν συνολικά, 6 είδη πρωτόζωων, 1 είδος τρηματώδους, 3 είδη κεστωδών και 7 είδη νηματωδών παρασίτων.
    Η εργασία ανακοινώθηκε στο 6ο Πανελλήνιο Κτηνιατρικό Συνέδριο, Αθήνα, 25-28 Νοεμβρίου 1993.


Περιλήψεις σε συνέδρια εργασιών που δεν έχουν δημοσιευθεί

33. Διάκου Ν.,
Πολεμαρχάκη Μ. Παράσιτα του πεπτικού και του αναπνευστικού συστήματος των μικρών μηρυκαστικών από περιοχές της Κρήτης. 6ο Πανελλήνιο Κτηνιατρικό Συνέδριο, Αθήνα, 25-28 Νοεμβρίου 1993,
Περιλήψεις, αρ. Ε5, σελ. 45.

Ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα της παρασιτολογικής εξέτασης κοπράνων (μέθοδοι Faust και Teleman), 190 προβάτων και 42 αιγών, από περιοχές της Κρήτης. Το 97,9% των ζώων βρέθηκε μολυσμένο με διάφορα είδη παρασίτων (Eimeria spp., Moniezia spp., Neoascaris vitulorum, Trichuris spp., στρογγυλοειδή, Cystocaulus ocreatus και Protostrongulus rufescens).

34. Διάκου Α. Η πιροπλάσμωση των αιγών και των προβάτων. 2ο Πανελλήνιο Συμπόσιο Κτηνιατρικής Μικρών Μηρυκαστικών, Καρδίτσα, 20-21 Νοεμβρίου 1998, Περιλήψεις, σελ. 27-28.

Παρουσιάστηκε ο βιολογικός κύκλος και η παθογένεια των παρασίτων Babesia spp. και Theileria spp., που προκαλούν την πιροπλάσμωση των αιγών και των προβάτων, και αναφέρθηκαν τα συμπτώματα, οι αλλοιώσεις, η διάγνωση και η θεραπεία του παρασιτικού αυτού νοσήματος.

35. Διάκου Α. Η ανεύρεση και η ταυτοποίηση των μικροφιλαριών στο αίμα του σκύλου με την τροποποιημένη μέθοδο Knott. 8ο Πανελλήνιο Κτηνιατρικό Συνέδριο, Αθήνα, 25-28 Νοεμβρίου 1999, Περιλήψεις, σελ. 79.

Αναφέρθηκαν οι συνηθισμένες μέθοδοι ανεύρεσης των μικροφιλαριών στο αίμα (νωπό παρασκεύασμα, μέθοδος φίλτρου, στοιβάδα λευκών αιμοσφαιρίων μικροαιματοκρίτη) και περιγράφηκε η τροποποιημένη μέθοδος Knott ως πιο πρακτική και αξιόπιστη. Επισημάνθηκαν τα μορφολογικά στοιχεία ταυτοποίησης των ειδών μικροφιλαριών, που είναι δυνατόν να βρεθούν στο σκύλο στην Ελλάδα, καθώς και τα αίτια που οδηγούν σε αμικροφιλαριαιμική διροφιλαρίωση του σκύλου.

36. Χαραλαμπίδης Σ., Διάκου Α.: Τοξοπλάσμωση, λεϊσμανίωση, τοξοκάρωση και φιλαρίωση του σκύλου στη Μακεδονία και τη Θράκη. Πρακτικά 5ου Πανελληνίου Συνεδρίου Κτηνιατρικής Μικρών Ζώων, (Αθήνα, 27-29 Μάρτιος 1998), Έκδοση της Ε.Κ.Ε., Αθήνα, Μάρτιος 1999, σελ. 168-170.

Παρουσιάστηκαν τα αποτελέσματα της ορολογικής εξέτασης (ELISA) 10.066 δειγμάτων ορού, από σκύλους περιοχών της Μακεδονίας και της Θράκης, για την ανίχνευση ειδικών IgG -Leishmania infantum, -Toxoplasma gondii, -Toxocara canis και -φιλαριών.

37. Διάκου Α., Παπαδόπουλος Η., Σωσσίδου Ε. Μέτρα πρόληψης και θεραπείας των παρασιτώσεων του σκύλου και της γάτας στην Ελλάδα (έρευνα με ερωτηματολόγια). 6ο Πανελλήνιο Συνέδριο Κτηνιατρικής Μικρών Ζώων, Αθήνα, 16-18 Μαρτίου 2001, Τελικό πρόγραμμα σελ. 73.

Στην ανακοίνωση αυτή παρουσιάστηκαν τα αποτελέσματα έρευνας που έγινε σε ιατρεία μικρών ζώων από διάφορες περιοχές της Ελλάδας, σχετικά με τα μέτρα που προτείνονται από τους κτηνιάτρους και εφαρμόζονται από τους ιδιοκτήτες των ζώων, για την πρόληψη και τη θεραπεία των παρασιτικών νοσημάτων του σκύλου και της γάτας. Για να περισυλλεχθούν τα στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν τρείς τύποι ερωτηματολογίων: ένας για να συμπληρωθεί από τον κτηνίατρο, ένας για τον κάτοχο σκύλου και ένας για τον κάτοχο γάτας. Η στατιστική ανάλυση των στοιχείων της έρευνας έγινε με την εφαρμογή μεθόδων Περιγραφικής και Αναλυτικής Στατιστικής.

38. Κοντός Β., Μπουτσίνη Σ., Χαραλαμπίδης Σ., Διάκου Α., Αθανασίου Λ., Μαγγανά Ο., Νομικού Κ. Η τοξοπλάσμωση στα πρόβατα. Επιζωοτιολογική διερεύνηση. 3ο Πανελλήνιο Κτηνιατρικό Συμπόσιο Παραγωγικών Ζώων, Θεσσαλονίκη, 9-11 Νοεμβρίου 2001, Περιλήψεις, σελ. 81.

Σκοπός της εργασίας αυτής ήταν η ορολογική διερεύνηση της τοξοπλάσμωσης και η συσχέτισή της με την πρόκληση αποβολών στα πρόβατα. Εξετάσθηκαν 840 οροί προβάτων με τη μέθοδο IFA και 450 οροί με τη δοκιμασία ELISA για την ανίχνευση ειδικών ΙgG κατά του πρωτόζωου Toxoplasma gondii. Από αυτούς, 339 οροί που προέρχονταν από ποίμνια με ιστορικό αποβολών εξετάσθηκαν και για την ύπαρξη αντισωμάτων κατά της Chlamydia. Με τη μέθοδο IFA βρέθηκαν αντισώματα κατά του T. gondii. στε 53,4% και με τη δοκιμασία ELISA στε 58,5% ενώ για Chlamydia στο 6,4% των ορών. Συμπερασματικά, η τοξοπλάσμωση είναι πολύ διαδεδομένη στα πρόβατα στην Ελλάδα, φαίνεται να συνδέεται με τις παρατηρούμενες αποβολές. Αντίθετα, η Chlamydia φαίνεται να μην αποτελεί βασικό αίτιο των παρατηρούμενων αποβολών.

39. Παπαδόπουλος Η., Διάκου Α. Νεοσπόρωση των μηρυκαστικών. 3ο Πανελλήνιο Κτηνιατρικό Συμπόσιο Παραγωγικών Ζώων, Θεσσαλονίκη, 9-11 Νοεμβρίου 2001, Περιλήψεις, σελ. 82.
Στην ανακοίνωση αυτή έγινε βιβλιογραφική ανασκόπηση των μέχρι τότε δεδομένων σε σχέση με τη νεοσπόρωση των μηρυκαστικών και ανακοινώθηκαν τα ποσοστά οροθετικών για Neospora caninum βοοειδών, προβάτων και αιγών στην Ελλάδα, που αποτελούσαν στοιχεία έρευνας σε εξέλιξη.

40. Παπαδόπουλος Η., Διάκου Α., Innes E., Λαζαρίδης Κ. Συχνότητα ανεύρεσης αντισωμάτων κατά της Neospora caninum σε ορό αίματος σκύλων και γατών. 9ο Πανελλήνιο Κτηνιατρικό Συνέδριο, Θεσσαλονίκη, 21-24 Νοεμβρίου 2002, Περιλήψεις, σελ. 229.

Στην ανακοίνωση αυτή παρουσιάστηκαν τα αποτελέσματα της διερεύνησης της συχνότητας των ειδικών αντισωμάτων κατά της Neospora caninum σε ορούς αίματος σκύλων και γατών από διάφορες περιοχές της χώρας μας. Εξετάστηκαν οροί αίματος από 223 σκύλους και 284 γάτες με τη δοκιμασία ELISA. Τα θετικά δείγματα επιβεβαιώθηκαν με τη δοκιμασία IFA. H συχνότητα ανίχνευσης ειδικών αντισωμάτων ήταν 10% στους σκύλους και 4,21% στις γάτες. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα αυτά, η νεοσπόρωση θα πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν στη διαφορική διάγνωση των νοσημάτων του σκύλου και της γάτας στη χώρα μας και επιπλέον θα πρέπει να λαμβάνονται μέτρα για την πρόληψη της μόλυνσης του σκύλου που αποτελεί τον τελικό ξενιστή του παρασίτου και ενοχοποιείται για τη μετάδοση του νοσήματος στα μηρυκαστικά.

41. Διάκου Α., Παπαδόπουλος Η, Λαζαρίδης Κ. Ανίχνευση ειδικών IgG κατά της Leishmania spp. σε γάτες. Πανελλήνιο Κτηνιατρικό Συνέδριο, Θεσσαλονίκη, 21-24 Νοεμβρίου 2002, Βιβλίο Περιλήψεων. Περιλήψεις, σελ. 213.

Στην εργασία αυτή διερευνήθηκε η συχνότητα ανεύρεσης αντισωμάτων κατά της Leishmania σε γάτες, ως πρώτη προσέγγιση της μόλυνσης από το παράσιτο σε αυτό το ζωικό είδος στην Ελλάδα. Για το σκοπό αυτό, εξετάστηκαν με τη δοκιμασία ELISA για την ανίχνευση ειδικών Leishmania-IgG 284 δείγματα ορού από αντίστοιχο αριθμό αδέσποτων, ενήλικων, κλινικώς υγιών γατών, που ζούσαν στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης. Έντεκα (3,87%) από τα ζώα που εξετάστηκαν βρέθηκαν οροθετικά.

42. Βασιλειάδου Ε., Καρανικόλας Ε., Αναστασιάδου Α., Νασρ Μ., Διάκου Α., Κολοκοτρώνη Δ., Σιδηρόπουλος Λ. Τριχινέλωση: τρείς σποραδικές περιπτώσεις. 29ο Ετήσιο Πανελλήνιο Ιατρικό Συνέδριο, Αθήνα, 20-24 Μαΐου 2003, Περιλήψεις Εργασιών. Περιλήψεις, σελ. 55.

Αναφέρθηκαν η κλινική εικόνα, τα εργαστηριακά ευρήματα, η ορολογική διάγνωση και η θεραπεία σε τρία περιστατικά τριχινέλωσης σε άνθρωπο.

43. Διάκου Α. Ειδικές ανοσοσφαιρίνες μετά την αγωγή στη σπλαχνική λεϊσμανίωση. 6ο Πανελλήνιο Συνέδριο Ανοσολογίας 8-11 Δεκεμβρίου 2004, Θεσσαλονίκη, Περιλήψεις, σελ. 7.

Σκοπός της εργασίας αυτής ήταν η παρακολούθηση της παραγωγής των ειδικών IgG και IgM σε ασθενείς με σπλαχνική λεϊσμανίωση μετά τη φαρμακευτική αγωγή, για να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα της αγωγής και να αντιμετωπιστούν έγκαιρα οι αναζωπυρώσεις του νοσήματος. Έτσι, μελετήθηκαν 30 ασθενείς με σπλαχνική λεϊσμανίωση πριν και μετά τη φαρμακευτική αγωγή, με τη δοκιμασία ELISA για 17 μήνες. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι σημαντικότερη για τη διάγνωση του νοσήματος και των αναζωπυρώσεων είναι η ανίχνευση των ειδικών IgG. Ο ασθενής πρέπει να εξετάζεται κάθε 2-3 μήνες μετά τη λήξη της φαρμακευτικής αγωγής για τουλάχιστον 12 μήνες, για να διαπιστώνονται και να αντιμετωπίζονται έγκαιρα οι αναζωπυρώσεις του νοσήματος.

44. Διάκου Α. Συνήθειες και δραστηριότητες του σύγχρονου ανθρώπου και επιδημιολογία των παρασιτικών νοσημάτων. 21ο Ιατρικό Συνέδριο Ενόπλων Δυνάμεων, Θεσσαλονίκη, 23-26 Νοεμβρίου 2006, Περιλήψεις (Ο119).

Παρουσιάστηκαν τα στοιχεία της συμπεριφοράς του σύγχρονου ανθρώπου, που σχετίζονται με την εμφάνιση ή επανεμφάνιση παρασιτικών νοσημάτων σημαντικών για τη Δημόσια Υγεία. Έτσι, οι μετακινήσεις πληθυσμών (μετανάστευση, εργασία, κ.ά.) έχουν σαν αποτέλεσμα τη μεταφορά και την ανάμιξη πολιτισμικών στοιχείων, εθίμων και μοντέλων συμπεριφοράς όπως για παράδειγμα την κατανάλωση ωμού ή ατελώς ψημένου κρέατος θηλαστικών, ψαριών και άλλων τροφίμων ζωικής προέλευσης με αποτέλεσμα τη διασπορά διαφόρων παρασίτων. Επιπλέον, η αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού και η έντονη αστικοποίηση προκάλεσε έλλειψη ασφαλών πηγών πόσιμου νερού σε πολλές περιοχές και κίνδυνο μολύνσεων με παράσιτα που απαντώνται συχνά στα γλυκά ύδατα. Τέλος, η αύξηση του αριθμού των ζώων συντροφιάς ιδιαίτερα στις πυκνοκατοικημένες αστικές περιοχές και το πρόβλημα των αδέσποτων ζώων επιτείνουν τον κίνδυνο διασποράς παρασίτων των κατοικίδιων ζώων που προσβάλουν και τον άνθρωπο.

45. Διάκου Α. Ορολογική διάγνωση της λεϊσμανίωσης στο σκύλο. Ημερίδα «Λεϊσμανίωση: Η γνώση οδηγεί στην πρόληψη». Οργάνωση Ινστιτούτο Παστέρ, Εργαστήριο Παρασιτολογίας και Παρασιτικών Νοσημάτων και Κλινική Παθολογίας Μικρών Ζώων Κτηνιατρικής Σχολής Α.Π.Θ., 6/4/2008, Θεσσαλονίκη (προσκεκλημένη ομιλήτρια).

Στην ομιλία αυτή παρουσιάστηκαν συγκριτικά, οι μέθοδοι ορολογικής διάγνωσης που εφαρμόζονται στα διάφορα εργαστήρια σήμερα, τα μειονεκτήματα και τα πλεονεκτήματά τους, η ερμηνεία των αποτελεσμάτων τους, καθώς και η σύγκριση των ορολογικών με άλλες μεθόδους διάγνωσης της λεϊσμανίωσης στο σκύλο.

46. Koutinas A., Saridomichelakis M., Polizopoulou Z., Mylonakis M., Leontides L., Billinis C., Argyriadis D., Diakou N., Papadopoulos O. Improvement of skin lesions in canine Leishmaniosis with allopurinol treatment: a randomized, double-blinded, placebo-controlled study. 16th Annual Congress of the ESVD-ECVD, August 12-14, 1999, Helsinki, Finland, Proceedings, p. 118.

Παρουσιάστηκαν τα αποτελέσματα εργασίας, που έγινε για τη διαπίστωση της εξέλιξης των δερματικών αλλοιώσεων λόγω λεϊσμανίωσης σε 45 σκύλους, μετά την εφαρμογή αγωγής με allopurinol (ομάδα Α, 37 ζώα) ή τη χορήγηση placebo (ομάδα Β, 8 ζώα) για 4 μήνες. Η διάγνωση της λεϊσμανίωσης έγινε με παρασιτολογική και ορολογική (ELISA, IFA) εξέταση, καθώς και με την ανίχνευση του DNA του παρασίτου (PCR). Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι η χορήγηση allopurinol για 4 συνεχείς μήνες, περιορίζει σημαντικά τις δερματικές αλλοιώσεις, που προκαλούνται από τη λεϊσμανίωση στο σκύλο.

47. Loukaki K., Kirkilessi G., Haralabidis S., Diakou A. Idiosyncratic homeopathy and canine leishmaniosis. World Vet Congress 1999, Lyon, France, Proceedings - Faulty CD-ROM.

Ανακοινώθηκαν τα αποτελέσματα έρευνας, που περιλάμβανε τη θεραπευτική αγωγή σε 45 σκύλους με λεϊσμανίωση. Τα ζώα είχαν χωριστεί σε 6 ομάδες, στις οποίες εφαρμόστηκε αγωγή με συμβατικά ή ομοιοπαθητικά φάρμακα ή συνδυασμό τους. H εξέλιξη του νοσήματος παρακολουθήθηκε κλινικά και ορολογικά (IgG, ELISA). Σε 38 (82%) σκύλους, που ανήκαν και στις 6 ομάδες, παρατηρήθηκε βελτίωση των κλινικών συμπτωμάτων μετά 15-30 ημέρες από την έναρξη της αγωγής και έγιναν ορολογικά αρνητικά, σε 2-15 μήνες μετά την αγωγή.

48. Saridomichelakis M., Billinis C., Mylonakis M., Koutinas A., Spirou V., Diakou N., Argyriadis D., Leontides L., Galatos A., Gouletsou P., Liapi M., Paitaki C., Papadopoulos O., Haralabidis S. Comparison of polymerase chain reaction, parasitology and serology in the diagnosis of canine leishmaniosis. Veterinary Dermatology 2000, 11(Supl.1):23.

Παρουσιάστηκαν τα αποτελέσματα έρευνας, στην οποία έγινε συγκριτική αξιολόγηση των κυριότερων μεθόδων διάγνωσης της λεϊσμανίωσης (παρασιτολογική εξέταση πολφού λεμφογαγγλίου και μυελού των οστών, IFA, ELISA και PCR), σε δείγματα από 90 σκύλους, που χωρίστηκαν σε 3 ομάδες (Α: ζώα με λεϊσμανίωση, που εμφάνιζαν συμπτώματα, Β: ασυμπτωματικά μολυσμένα ζώα και C: μη μολυσμένα ζώα, στα οποία η PCR και η παρασιτολογική εξέταση ήταν αρνητικές). Η ειδικότητα όλων των μεθόδων που δοκιμάστηκαν, προσδιορίστηκε στο 100% Η ευαισθησία των μεθόδων στην ομάδα Α, προσδιορίστηκε για την PCR 100%, για την εξέταση πολφού λεμφογαγγλίου 89.7%,, για την εξέταση μυελού των οστών 90.2%, για την IFA 97,6% και για την ELISA 95,1%, ενώ στην ομάδα Β, για την PCR 96,4%, για την εξέταση πολφού λεμφογαγγλίου 55,6%,, για την εξέταση μυελού των οστών 26,9%, για την IFA 14,3% και για την ELISA 10,7%.

49. Sideropoulou A., Fortomaris P., Petridou E., Diakou A., Theodoridis Y., Sarris K. Health monitoring in commercial rabbit breeding units that supply animals for experimental use. 1st East Mediterranean Regional ICLAS Symposium on Laboratory Animal Science. Foundation of Biomedical Research, Academy of Athens 30-31 May 2005, Athens, Greece.

Σκοπός της έρευνας ήταν η μελέτη του επιπέδου υγείας των κονίκλων που χρησιμοποιούνται για πειραματικούς σκοπούς στη χώρα μας. Η έρευνα επικεντρώθηκε στην εργαστηριακή εξέταση για βακτήρια και παράσιτα από τα οποία συστήνεται να είναι απαλλαγμένοι οι κόνικλοι-πειραματόζωα, σύμφωνα με τις οδηγίες της Federation of European Laboratory Animals Science Association (FELASA). Εξετάστηκαν 36 ζώα από 4 εκτροφές. Σε αυτά τα ζώα απομονώθηκαν και ταυτοποιήθηκαν 8 είδη βακτηρίων και βρέθηκαν 7 είδη παρασίτων. Η εξέταση για τα παράσιτα έγινε με κοπρανολογικές, δερματολογικές και ορολογικές (ELISA) εξετάσεις.
    Η εργασία ανακοινώθηκε και στο 9ο Πανελλήνιο Κτηνιατρικό Συνέδριο, Θεσσαλονίκη, 21-24 Νοεμβρίου 2002.

50. Diakou A., Papadopoulos E., Panousis N., Giadinis N., Karatzias C. Toxoplasma gondii and Neospora spp. infection in sheep and goats mixed stock farming. 6th International Sheep Veterinary Congress 17-21 June 2005, Hersonissos, Crete, Proceedings pg. 170.

To Toxoplasma gondii και η Neospora spp. είναι δύο συγγενικά πρωτόζωα παράσιτα, που απαντώνται σε πολύ μεγάλο αριθμό ειδών ζώων και αποτελούν αίτιο αποβολών στα μηρυκαστικά. Ο σκοπός της εργασίας αυτής ήταν να διερευνηθούν οι πιθανές διαφορές στα ποσοστά μόλυνσης μεταξύ προβάτων και αιγών που εκτρέφονται σε μικτά κοπάδια, δεδομένου και του διαφορετικού τρόπου βόσκησης των δύο ειδών. Εξετάστηκαν 350 πρόβατα και 280 αίγες από 35 μικτά κοπάδια σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας με τη δοκιμασία ELISA, για την ανίχνευση ειδικών IgG κατά των δύο παρασίτων. Ειδικά αντισώματα κατά του T. gondii και της Neospora spp. βρέθηκαν στο 52,6% και 19,4% των προβάτων αντίστοιχα και στο 62,9% και το 8,9% των αιγών αντίστοιχα. Η διαφορά των ποσοστών μεταξύ των δύο ειδών ήταν σημαντική μόνο σε σχέση με τη Neospora (p<0.05).
    Η εργασία ανακοινώθηκε και στο 4ο Πανελλήνιο Συνέδριο Κτηνιατρικής Παραγωγικών Ζώων, Θεσσαλονίκη, 24-26 Φεβρουαρίου 2005.

51. Papadopoulos E., Diakou A., Papazahariadou M., Giadinis N., Panousis N., Karatzias C. Lice infestation of small rumimamts in Northern Greece. 6th International Sheep Veterinary Congress 17-21 June 2005, Hersonissos, Crete, Proceedings pg. 261.

Σκοπός της εργασίας αυτής ήταν η διερεύνηση της συχνότητας και των ειδών των ψειρών, που παρασιτούν στα μικρά μηρυκαστικά στην περιοχή Μακεδονίας-Θράκης. Τα κοπάδια που εξετάστηκαν ήταν 21 προβάτων, 21 αιγών και 31 μικτά. Εξετάστηκε το 20% των ζώων κάθε ηλικιακής ομάδας. Πέντε από τα κοπάδια προβάτων, 15 από των αιγών και 17 από τα μικτά βρέθηκαν μολυσμένα. Όλες οι ηλικιακές ομάδες ήταν εξίσου μολυσμένες. Οι αίγες ήταν πολύ πιο έντονα μολυσμένες από τα πρόβατα. Οι περισσότερες ψείρες εντοπίζονταν στη ράχη των ζώων. Τα είδη των ψειρών που ταυτοποιήθηκαν ήταν Bovicola ovis, B. caprae, Haematopinus spp., Linognathus africanus και L. stenopsis. Ψείρες παρατηρούνταν καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους αλλά ήταν συχνότερες τον Απρίλιο.
    Η εργασία ανακοινώθηκε και στο 4ο Πανελλήνιο Συνέδριο Κτηνιατρικής Παραγωγικών Ζώων, Θεσσαλονίκη, 24-26 Φεβρουαρίου 2005.

52. Stefanovska J., Diakou A., Nikolovski G. Seroprevalence of Canine Leishmaniosis (CL) and epidemiological data on Human Visceral Leishmaniosis (HVL) in FYROM. 3rd World Congress on Leishmaniosis (“Worldleish 3”), 10-15 April 2005, Sicily.

Στόχος της εργασίας αυτής ήταν να διερευνηθεί η συχνότητα της λεϊσμανίωσης στο σκύλο στη FYROM, και να συγκεντρωθούν τα υπάρχοντα σε διάφορες υπηρεσίες της χώρας στοιχεία σε σχέση με τη σπλαχνική λεϊσμανίωση του ανθρώπου. Εξετάστηκαν 488 οροί σκύλων από διάφορες περιοχές της χώρας. Τα ζώα ήταν και των δύο φύλων, διαφόρων φυλών και ηλικίας μεταξύ 1-17 ετών. Οι οροί εξετάστηκαν με τη δοκιμασία ELISA για την ανίχνευση ειδικών IgG. Επιπλέον, επιδημιολογικά στοιχεία σε σχέση με το νόσημα στον άνθρωπο αναζητήθηκαν στο Ινστιτούτο Προστασίας της Υγείας (Republic Institute for Health Protection). Η συχνότητα οροθετικών σκύλων ήταν 9% ενώ 3,3% χαρακτηρίστηκαν «ύποπτα». Στον άνθρωπο, 86 περιστατικά σπλαχνικής λεϊσμανίωσης αναφέρθηκαν τα τελευταία 25 χρόνια, σε 13 νομούς της χώρας. Αναφέρονται τα επιδημιολογικά στοιχεία αυτών των περιστατικών και προτείνεται η εξέταση σε επίπεδο ρουτίνας όλων των σκύλων για την έγκαιρη διάγνωση και τη θεραπεία του νοσήματος.
    Συμπληρωματικά στοιχεία αυτής της έρευνας παρουσιάστηκαν στην παρακάτω ανακοίνωση: Stefanovska J., Diakou A., Nikolovski G., Naletoski I. Sero-epidemiological survey of canine Leishmaniosis in the Epizootiological region of Skopje, R. Macedonia. Workshop “Clinica Veterinaria” ARG 20416, 3-7 September 2005, Ohrid, Proceedings, pg 333.

53. Papadopoulos E., Diakou A., Fthenakis G.C., Innes E. First report of seroprevalence of neosporosis in Greece. Cost 854 Final Annual Conference, “Protozoal reproduction losses in farm ruminants”, 6-9th September 2006, Liège, Belgium, pg.15.

Παρουσιάζονται τα αποτελέσματα της ορολογικής διερεύνησης με τη δοκιμασία ELISA, της μόλυνσης από Neospora spp. σε 223 σκύλους, 284 γάτες, 810 βοοειδή, 517 πρόβατα, 326 αίγες και 326 άλογα στην Ελλάδα. Τα αντίστοιχα ποσοστά ανεύρεσης ειδικών IgG ήταν 10.3%, 4,2%, 18,2%, 15.3%, 12% και 3.7%.

54. Diakou A., Fric J., Papazahariadou M., Dimalexis T. Parasites of Falco eleonorae: Previous and latest information. 5th International Congress on Wild Fauna, 22-27 September 2007, Chalkidiki Greece, Proceedings, pg 32.

Η Ελλάδα αποτελεί το σημαντικότερο βιότοπο για το Μαυροπετρίτη (Falco eleonorae) καθώς φιλοξενεί το 80% του παγκόσμιου πληθυσμού. Στην ανακοίνωση αυτή, αναφέρθηκαν οι ήδη υπάρχουσες, περιορισμένες πληροφορίες σε σχέση με τα παράσιτα του είδους F. Eleonorae, καθώς και τα αποτελέσματα των παρασιτολογικών εξετάσεων σε νέα δείγματα κοπράνων και εκτοπαρασίτων, προερχόμενα από περιοχές του Αιγαίου πελάγους.

55. Diakou A., Karamanavi E., Kaldrimidou E. Gastric nodule caused by Spirocerca lupi in a red fox (Vulpes vulpes). 5th International Congress on Wild Fauna, 22-27 September 2007, Chalkidiki Greece, Proceedings, pg 33.

Περιγράφηκε περιστατικό γαστρικής σπειροκέρκωσης σε κόκκινη αλεπού, που διαπιστώθηκε κατά την νεκροτομή. Η διάγνωση έγινε με την εξέταση ιστολογικών παρασκευασμάτων καθώς και με την ταυτοποίηση των νηματωδών, που απομακρύνθηκαν από το οζίδιο του στομάχου. Η Spirocerca lupi είναι ένα νηματώδες παράσιτο των σαρκοφάγων, κυρίως της οικογένειας Canidae. Στην Ελλάδα το ποσοστό μόλυνσης του σκύλου αναφέρεται μεταξύ 2-24%. Αυτό είναι το πρώτο περιστατικό γαστρικής σπειροκέρκωσης σε αλεπού στη χώρα μας.

56. Tsiouris V., Diakou A., Georgopoulou I. Syngamosis at a game bird farm of pheasants (Phasianus colchicus). 5th International Congress on Wild Fauna, 22-27 September 2007, Chalkidiki Greece, Proceedings, pg 35.

Σε αυτή την ανακοίνωση περιγράφηκε το περιστατικό συγγάμωσης σε μία εκτροφή φασιανών. Η εκτροφή αριθμούσε 500 πτηνά και 5 μήνες μετά την τοποθέτηση των πτηνών σε αυτή, σημειώνονταν 40-50 θάνατοι ημερησίως. Κατά τη νεκροτομή των πτηνών βρέθηκαν στην τραχεία μεγάλοι αριθμοί νηματωδών Syngamus trachea. Συμπληρωματικές εξετάσεις απέκλεισαν άλλους παθογόνους παράγοντες ως αίτιο των θανάτων. Κοπρανολογικές εξετάσεις σε ζωντανά πτηνά είχαν σαν αποτέλεσμα την ανεύρεση των χαρακτηριστικών αυγών του παρασίτου. Η διερεύνηση των συνθηκών εκτροφής των πτηνών έδειξε ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις για τη μετάδοση του νοσήματος.

57. Papadopoulos E., Diakou A., Postoli R., Bizhga B., Rapti D., Arsenos G., Papazahariadou M. Parasites detected in equines in Albania. International Equine Parasite Drug Resistance Workshop, July 31-August 1 2008, Copenhagen, Proceedings, ab. No 27, pg 32.

Αναφέρθηκαν τα αποτελέσματα των παρασιτολογικών και ορολογικών εξετάσεων ιπποειδών από την Αλβανία. Στη χώρα αυτή υπάρχει σημαντικός αριθμός αλόγων εργασίας καθώς και όνων, αλλά δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία την παρασιτική τους πανίδα. Για τη διερεύνηση της συχνότητας των παρασίτων εξετάστηκαν με κοπρανολογικές εξετάσεις 336 ζώα από τα οποία 68 ήταν άλογα, 190 ήταν όνοι και 78 ημίονοι. Επιπλέον, έγιναν ορολογικές εξετάσεις με τη δοκιμασία ELISA σε 110 δείγματα ορού. Παράσιτα στοιχεία στα κόπρανα βρέθηκαν στο 36,8% των αλόγων, 46,8% των όνων και 51,3% των ημιόνων. Από τα παράσιτα που βρέθηκαν οι Στρόγγυλοι ήταν το συχνότερο (41%). Ειδικές IgG βρέθηκαν για Echinicoccus granulosus 17,3%, για Toxoplasma gondii 10,9%, για Leishmania infantum 9,1% και για Trichinella spiralis 6,4%. Η συχνότητα των παρασίτων, ιδιαίτερα των γαστρεντερικών, καθώς και το γεγονός ότι στην Αλβανία οι αποπαρασιτισμοί στα ζώα γίνονται σποραδικά οδηγεί στο συμπέρασμα ότι θα πρέπει να εφαρμοστούν στρατηγικές που θα μειώσουν τη συχνότητα παρασιτισμού και ταυτόχρονα θα καθυστερήσουν την εμφάνιση ανθελμινθικοαντοχής των παρασίτων.



Home